Ο διευθυντής του σχολείου μιλάει για διαμέρισμα τρώγλη
Συγκλονιστικά είναι τα νέα στοιχεία για την υπόθεση της οικογένειας στο Περιστέρι, όπου έξι παιδιά ηλικίας από 3 έως 11 ετών ζούσαν κάτω από άθλιες συνθήκες, σε δώμα ταράτσας πολυκατοικίας, ανάμεσα σε ακαθαρσίες, υγρασία και σκουπίδια.
Οι γονείς συνελήφθησαν έπειτα από εισαγγελική εντολή για έκθεση ανηλίκων σε κίνδυνο και καταδικάστηκαν με ποινή φυλάκισης 16 μηνών, με αναστολή.
Την πρώτη καταγγελία για τις συνθήκες διαβίωσης της οικογένειας έκανε ο διευθυντής του σχολείου των παιδιών, όταν παρατήρησε τις συνεχείς απουσίες αλλά και την εικόνα εγκατάλειψης που παρουσίαζαν οι ανήλικοι μαθητές.
«Κοιμόντουσαν όλοι σε ένα δωμάτιο χωρίς ήλιο»
«Αν δίδυμα έρχονται με μονό καρότσι χωρίς ομπρέλα, όταν βρέχει έξω, αν έξι άτομα οικογένεια, κοιμούνται, όπως φάνηκε τελικά στρωματσάδα, ας πούμε, σε ένα δωμάτιο και αν τα παιδιά λόγω αυτών των συνθηκών έχουν μαζέψει πάρα πολλές απουσίες, μα οι πολλές απουσίες είναι που ξεκίνησαν το πράγμα», τόνισε στο Live News ο διευθυντής του σχολείου.
Ο ίδιος περιέγραψε εικόνες που, όπως είπε, ήταν «ανατριχιαστικές».
«Αυτά τα παιδάκια, δυστυχώς, σίγουρα θα έχουν πάθει καμιά πνευμονία, δεν υπάρχει περίπτωση. Δεν μπορεί, ήταν ανατριχιαστική κατάσταση».
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, τα παιδιά ζούσαν σε έναν σκοτεινό χώρο, με κλειστά παντζούρια και παράθυρα καλυμμένα με χαρτοκιβώτια ώστε να μην μπαίνει φως.
«Όταν ζεις σε ένα δωμάτιο, με κλειστά παντζούρια, παράθυρα με χαρτοκιβώτια καρφωμένα πάνω στα παράθυρα για να μην μπαίνει καθόλου φως, να μην τους βλέπει κανένας και το λες αυτό. Ξεκινάς τις διαδικασίες και στη συνέχεια τα δίνουν πάλι πίσω. Τι να σας πω τώρα; Λειτουργεί το σύστημα; Δε λειτουργεί».
Ο διευθυντής αποκάλυψε ακόμη ότι οι κοινωνικές υπηρεσίες εντόπισαν τους χώρους γεμάτους κιβώτια και αντικείμενα, ενώ η οικογένεια φέρεται να ισχυριζόταν πως ετοιμαζόταν για μετακόμιση.
«Όπως έλεγε η κοινωνική υπηρεσία βρήκε τα δύο δωμάτια φουλ με πράγματα, κιβώτια μαζεμένα, δήθεν ότι ήταν έτοιμοι να κάνουν μετακόμιση αν έβρισκαν σπίτι, που δεν έβρισκαν ποτέ. Η κουζίνα σε αχρηστία, το μπάνιο σε ημιαχρηστία. Τι άλλο να σας πω;».
Παράλληλα, ανέφερε πως τα παιδιά κοιμόντουσαν όλα μαζί σε έναν χώρο με έντονη υγρασία και χωρίς φυσικό φως. «Είχαν ένα δωμάτιο για στρωματσάδα κάτω, με φουλ υγρασία στους τοίχους και καθόλου ήλιο μέσα. Τι να σας πω τώρα; Και είπαμε ότι αυτή η κατάσταση δεν είναι για τα παιδιά που είδε και η κοινωνική λειτουργός. Προχώρησε η διαδικασία, τα πήρανε για μια εβδομάδα, δύο και μετά τα ξαναέδωσαν πίσω».
«Φορούσαν συνέχεια τα ίδια βρώμικα»
Συγκλονιστική είναι και η μαρτυρία μητέρας συμμαθητών των παιδιών, η οποία περιέγραψε εικόνες ακραίας παραμέλησης. «Τους δώσαμε πόσες σακούλες ρούχα, έχει περάσει ολόκληρη η σχολική χρονιά, δεν έχουμε δει τα παιδιά να φορέσουν ένα από τα ρούχα που δώσαμε».
Η ίδια αποκάλυψε ότι κάτοικοι της περιοχής προσπαθούσαν να βοηθήσουν την οικογένεια με τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης.
«Η πεθερά μου έτυχε και την έβλεπε τη γυναίκα που κατέβαινε με το καρότσι μια, δυο, τρεις φορές. Την είδε με τα πολλά παιδάκια. Κάποια στιγμή μας λέει: “Σταμάτα ρε κορίτσι μου”, λέει, “που σε θέλω”. Και της έδωσε μια τσάντα τρόφιμα, μακαρόνια, ρύζια, σάλτσα, ζάχαρη, τα πάντα».
Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, όταν οι κοινωνικές υπηρεσίες επισκέφθηκαν το σπίτι, διαπίστωσαν ότι η κουζίνα δεν χρησιμοποιούνταν ποτέ για μαγείρεμα.
«Όταν πήγε όμως η Κοινωνική Υπηρεσία του Δήμου Περιστερίου στο σπίτι, είπαν ότι βρέθηκε η κουζίνα, αλλά στην οποία κουζίνα δεν έχει μαγειρευτεί ποτέ φαγητό. Ήταν μη αξιοποιήσιμη τελείως. Το σπίτι ακατάστατο, χωρίς κρεβάτια, χωρίς να κοιμόντουσαν στο πάτωμα. Και τότε είχε πει ότι δεν μαγειρεύουν γιατί ο μπαμπάς δουλεύει σε ξενοδοχείο και φέρνει φαγητό από εκεί».
Η ίδια περιέγραψε και την εικόνα του πατέρα της οικογένειας. «Εγώ τον μπαμπά όσες φορές τον πετύχαινα στο δρόμο, γιατί κάποιες φορές τον είχα πετύχει να κοιμάται και στο αμάξι, ένα παλιό κόκκινο αυτοκίνητο. Όσες ώρες τον πετύχαινα τον μπαμπά στον δρόμο, θα τον έβλεπα να τρώει είτε σάντουιτς τυποποιημένο είτε κάνα κρουασάν. Δηλαδή πάντα κάτι να σου έφερνε ο μπαμπάς στο δρόμο. Ήταν και 2 μέτρα. Ήταν ένας νταγκλαράς».
Κλείνοντας, περιέγραψε την εικόνα των παιδιών ως πλήρως παραμελημένη.
«Όλα ατημέλητα, ατημέλητα, βρόμικα, σκισμένα. Μπορώ να σου πω ότι ήταν όλο το χρόνο με τα ίδια ρούχα, ίδια παπούτσια. Όλες τις ημέρες δεν τα βγάζανε από πάνω τους. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς γίνεται και δεν βρωμάει. Δηλαδή τα πλένανε με σκέτο νερό και τα ξαναβάζανε. Δηλαδή έρχονταν κοντά σου και δεν σου ερχόταν η μυρωδιά αφού ήξερες ότι αυτός ο άνθρωπος είναι τελείως άπλυτος. Δεν μπορώ να το εξηγήσω αυτό».


